Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Η Επανάσταση του 1821






Της Μαρίας Καραούλη

“Εις τα όπλα λοιπόν, φίλοι, η πατρίς μάς προσκαλεί!” Τα λόγια του Αλέξανδου Υψηλάντη έδωσαν το εναρκτήριο λάκτισμα για την εξέγερση των Ελλήνων το 1821



Η Επανάσταση του ’21 ξεκίνησε από δύο σημεία. Από τη Μολδοβλαχία στις 22 Φεβρουαρίου 1821, όπου ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρος Υψηλάντης, αφήνοντας με προκήρυξή του να φανεί ότι έχει εξασφαλίσει τη βοήθεια της Ρωσίας, προσπάθησε να εκμεταλλευτεί για λογαριασμό των Ελλήνων την εξέγερση των ντόπιων. Σ’ ένα απόσπασμα από την προκήρυξή του διαβάζουμε: “Ας καλέσωμεν λοιπόν εκ νέου, ω ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την ελευθερίαν εις την κλασσικήν γην της Ελλάδος. Εις τα όπλα λοιπόν, φίλοι, η πατρίς μάς προσκαλεί!”. Ύστερα από ηρωικές μάχες, το κίνημά του απέτυχε κυρίως εξαιτίας της απειρίας τού πρόχειρα συγκροτημένου και ανομοιογενούς στρατού του.



 
 Και από την Πελοπόννησο στις 23 Μαρτίου 1821, όπου ο Παπαφλέσσας, από τα ηγετικά στελέχη της Φιλικής Εταιρείας, κάμπτοντας τις αντιρρήσεις των προκρίτων, προκάλεσε την έναρξη της επανάστασης, απελευθερώνοντας την πόλη της Καλαμάτας.
 
 Στην αρχή φάνηκε ότι η Επανάσταση θα κάλυπτε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, αλλά σύντομα περιορίστηκε στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και τα κοντινά νησιά. Για να προσλάβει η επανάσταση γενικό - εθνικό χαρακτήρα, χρειάστηκε να καμφθεί η αντίσταση της οικονομικής - διοικητικής αριστοκρατίας, σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα υπό την πίεση των λαϊκών εξεγέρσεων.
 
 Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για τη σημασία της ελληνικής επανάστασης του 1821 σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, όπως επίσης και για τον ρόλο που έπαιξαν οι ταξικές διαβαθμίσεις της τότε κοινωνικής διαστρωμάτωσης.
 
 Η επίσημη εκδοχή των ιστορικών γεγονότων της εποχής, που εκφράζεται κυρίως από τους ιστορικούς Παπαρρηγόπουλο, Κόκκινο και Μαρκεζίνη, έχει αμφισβητηθεί από γραφίδες, όπως του λαϊκού συγγραφέα Γιάννη Σκαρίμπα.
 
 Στην εισαγωγή του ιστορικού του βιβλίο “Το 1821 και η αλήθεια”, ο Σκαρίμπας γράφει: “Οι Τούρκοι δεν ήσαν οι χειρότεροι… Ο ελληνικός λαός δε θα ’κανε την επανάσταση για ν’ αποκαταστήσει και πολιτικά τους κοτζαμπάσηδες. Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνον Εθνική, ή είναι αδιάβαστοι, ή δε μας λένε την αλήθεια. Σκοτώνοντας τους Τούρκους ήξερε ότι σκοτώνει το σύμμαχο των κοτζαμπάσηδων. Χωρίς τον αφανισμό πρώτα αυτουνού, δεν μπόραε να ξεπάτωνε τους άλλους. Το ότι σ’ αυτό η Επανάσταση γελάστηκε, δεν παει ναπεί διόλου ότι τους εφείσθη. Θα τους πέρναε εν στόματι μαχαίρας. Το ότι νόμισε ότι για τούτο είχε καιρό, αυτό την έφαγε… Η Επανάσταση απότυχε… Το Εικοσιένα, όπως το ξέρουμε μέσα από την επίσημη ιστορική παράδοση, μοιάζει με τ’ αναστραμμένο είδωλο που βλέπουμε να καθρεφτίζεται στα θαμπά νερά μιας λίμνης. Είναι βέβαια η ίδια εικόνα, μα δοσμένη από την ανάποδη. Για να γνωρίσει κανείς τ’ αληθινό Εικοσιένα, πρέπει να σκύψει πάνω σ’ άλλα κείμενα, σ’ εκείνα που προετοίμασαν το σηκωμό, σ’ αυτά που γράφτηκαν όσο βρόνταγε το καρυοφύλλι κι άστραφτε το γιαταγάνι και στ’ απομνημονεύματα των αγωνιστών - του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου, τον Σπυρομήλιου, του Περραιβού, του Σπηλιάδη και τόσων άλλων. Δύο ήταν τα Εικοσιένα: Το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσηδων και των πολιτικάντηδων. Του πρώτου οι ρίζες αντλούνε τους χυμούς τους από τα “Δίκαια του ανθρώπου” του Ρήγα Βελεστινλή, πάνω στ’ άλλο πέφτει βαρύς ο ίσκιος της “Πατρικής Διδασκαλίας” του Μακαριωτάτου Πατριάρχη της Αγίας Πόλης Ιερουσαλήμ Κυρ Ανθίμου -ή πιο σωστά του Γρηγορίου. Το θαύμα του ’21 δεν έγκειται στη στρατιωτική ήττα της Τουρκιάς -πράγμα ευκολότερο -αλλά στο (ως εκ θαύματος) σώσιμό του από την εχθρότητα των κοτζαμπάσηδων, των λογίων και του Κλήρου”.




 
Από τις συμπληγάδες στη λύτρωση
 
 Η επανάσταση του ’21 ξέσπασε σε μια περίοδο όπου στην Ευρώπη κυβερνούσαν ηγέτες της “Φωτισμένης Δεσποτείας”, οι οποίοι ήταν αποφασισμένοι να διατηρήσουν με κάθε θυσία τα κεκτημένα από την ήττα του Ναπολέοντα και να καταπνίξουν οποιαδήποτε εξέγερση. Παρ’ όλα αυτά, η επανάσταση των Ελλήνων άντεξε, παρότι στην πορεία της αντιμετώπισε την τουρκική αγριότητα και αποφασιστικότητα, τις εμφύλιες διαμάχες, καθώς και τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων και κινδύνεψε να καταστραφεί.
 
 Ο αγώνας των Ελλήνων ήταν μακροχρόνιος και άνισος με κορυφώσεις ηρωισμού αλλά και με περιόδους κάμψης, με βαρύτατες θυσίες. Σπουδαίες στρατιωτικές φυσιογνωμίες αναδείχθηκαν, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Ανδρέας Μιαούλης, ο Κωνσταντίνος Κανάρης, ο Παπαφλέσσας, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Κατσαντώνης, ο Μακρυγιάννης και χιλιάδες άλλοι αγωνιστές που σήκωσαν το βάρος του αγώνα σε στεριά και θάλασσα.
 
 Για όλους αυτούς τους ήρωες, ο Νίκος Εγγονόπουλος γράφει: “Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους, για τους γενναίους, τους δυνατούς, αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γενναία, τα δυνατά... Γι’ αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία που μου υπαγόρευσε η Έμπνευσις, καθώς εφώλιαζε μέσα στα βάθια του μυαλού μου όλο συγκίνηση για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες”.





“Τούτη την πατρίδα έχομεν όλοι μαζί”
 
Η “γυμνή αλήθεια” του Μακρυγιάννη για την ελληνική επανάσταση

 
 Η σημερινή Ελλάδα βρίσκεται σε κρίση, περισσότερο των αξιών, παρά της οικονομίας, όπως τουλάχιστον υποστηρίζουν οι πνευματικοί άνθρωποι της χώρας. Επικράτησε το “εγώ” και όχι το “εμείς”, είναι η συνήθης επωδός. Γι’ αυτήν ακριβώς την επωδό γράφει ο Μακρυγιάννης: “Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ιδούνε όλοι οι Έλληνες ν’ αγωνίζονται διά την πατρίδα τους, διά την θρησκεία τους, να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε: ‘Έχομε αγώνες πατρικούς, έχομεν θυσίες, αν είναι αγώνες και θυσίες’. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμίαν και να εργάζονται εις το καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας και της κοινωνίας. Τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμε αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμε όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός εγώ ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθένας εγώ; Όταν αγωνιστεί μόνος του και φτιάξει ή χαλάσει, να λέγει εγώ. Όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λέμε εμείς και όχι εις το εγώ…”.
 
 Και τι υπονοεί ο Μακρυγιάννης; Στη διάρκεια της επανάστασης έγιναν φοβερά πράγματα, όχι τόσο από την πλευρά των Τούρκων, που ήταν αναμενόμενο, όσο από την κατάρα της φυλής. Ο εμφύλιος, που ξέσπασε δύο μόλις χρόνια από την έναρξη του αγώνα, καταδεικνύει τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα των επαναστατημένων.
 
 Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη:
 
“Mεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα κορμιά ριγμένα, στα σαγόνια της θάλασσας,
στα σαγόνια της γης τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου…”
 
 Και καταλήγει ο ποιητής μας
 
“τόσος πόνος, τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο
Για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη”.





Ωδή στον Γ. Καραϊσκάκη
 
 Χαρακτηριστική περίπτωση της αντιπαλότητας των φατριών και του ξένου παράγοντα ήταν ο θάνατος ή ορθότερα η δολοφονία του Καραϊσκάκη. Τα γεγονότα της εποχής αναφέρουν ότι μετά την πτώση του Μεσολογγίου και τον ηρωισμό των ελεύθερων πολιορκημένων, που συγκλόνισε την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, η επανάσταση φάνηκε να σβήνει. Εντούτοις, γύρω από την Ακρόπολη, οι έλληνες πολεμιστές με ηγέτη τον Γεώργιο Καραϊσκάκη έδειχναν ότι το έθνος διέθετε ακόμη δυνάμεις ικανές να νικήσουν. Στο μεταξύ όμως είχε αρχίσει ο διαλυτικός ρόλος του ξένου παράγοντα. Ενώ η πολύμηνη πολιορκία της Ακρόπολης μπορούσε να καταλήξει σε μια μεγάλη νίκη, η άρνηση των ξένων (Φαβιέρος, Κόχραν, Τσώρτς) να ακολουθήσουν τα σχέδια του Καραϊσκάκη οδήγησαν στην καταστροφή του Φαλήρου (23-24 Απριλίου 1827) και στο θανάσιμο τραυματισμό του Καραϊσκάκη. “Αν ζήσω, θα σας πω ποιος με χτύπησε”, είπε στα παλικάρια του.
 
 Ο θάνατος του Καραϊσκάκη ήταν πηγή έμπνευσης και για τους σύγχρονους ποιητές. Το 1969 ο Διονύσης Σαββόπουλος γράφει και μελοποιεί την “Ωδή στον Καραϊσκάκη”:
 
“Η οθόνη βουλιάζει, σαλεύει το πλήθος
εικόνες ξεχύνονται με μιας
πού πας παλικάρι, ωραίο σαν μύθος
κι ολόισια στο θάνατο κολυμπάς”.
 
 Οι θυσίες των ανθρώπων “που στη ζωή τους όρισαν να φυλάγουν Θερμοπύλες” -όπως γράφει ο αλεξανδρινός μας ποιητής- μοιάζουν ξεκομμένες από τη σύγχρονη πραγματικότητα, όμως επαναστάσεις, μικρές ή μεγάλες, πάντα θα καταγράφει η ιστορία…


exagorefsis.blogspot.com
http://www.makthes.gr/news/reportage/71210/